Τσιμέντο να γίνει

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Ελευσίνα βρισκόταν στην πρωτοπορία της βιομηχανικής ανάπτυξης. Η άφθονη (και φθηνή) γη, η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, η σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά-Αθήνας-Πελοποννήσου και το λιμάνι της Ελευσίνας είχαν μετατρέψει την πόλη σε ιδανική τοποθεσία για την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών. Αρχικά η έμφαση δόθηκε σε μικρές βιοτεχνίες που μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις πρώτες ύλες της περιοχής (αλευρόμυλοι, σαπωνοποιεία, ελαιουργεία). Το 1902, όμως, εμφανίστηκε στην Ελευσίνα μία ομάδα οραματιστών επιχειρηματιών, οι οποίοι έθεσαν τα θεμέλια για μία από τις μεγαλύτερες και πιο αξιόλογες βαριές βιομηχανικές μονάδες στην Ελλάδα, τον «Τιτάνα».

Οι τριαντάρηδες

Η ομάδα αποτελούνταν από τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, τον Νικόλαο Κανελλόπουλο, τον Λεόντιο Οικονομίδη και τον Αλέξανδρο Ζαχαρίου. Όλοι τους ήταν μέλη του περίφημου «Κύκλου της Ζυρίχης», μιας ομάδας επιχειρηματιών και βιομηχάνων που είχαν σπουδάσει στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Ο Χατζηκυριάκος είχε αποφοιτήσει ως χημικός-μηχανικός και είχε διευθύνει τσιμεντοποιεία στην Ελβετία και την Ισπανία. Ο Κανελλόπουλος είχε σπουδάσει χημικός και γνώριζε τις δυνατότητες της Ελευσίνας καθώς διηύθυνε από το 1895 το σαπωνοποιείο Χαριλάου. Ο Οικονομίδης ήταν επίσης χημικός και είχε αναλάβει τα Χρωματουργεία Πειραιώς μετά τον αδόκητο θάνατο του αδερφού του. Ο Ζαχαρίου είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός και είχε ιδρύσει στον Πειραιά εταιρεία εισαγωγής μηχανημάτων και εγκατάστασης ατμολεβήτων.

Η γέννηση του Τιτάνα

Το 1902 οι τέσσερις αυτοί επιχειρηματίες ένωσαν τις δυνάμεις τους και τα κεφάλαιά τους προκειμένου να ιδρύσουν την εταιρεία «Χατζηκυριάκος, Ζαχαρίου και Σία». Η έδρα της εταιρείας ήταν στον Πειραιά αλλά το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε στην Ελευσίνα, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα της πόλης. Κατασκευάστηκε προβλήτα για την εξυπηρέτηση των ιστιοφόρων και των ατμόπλοιων που μετέφεραν τις πρώτες ύλες (ιδίως θηραϊκή γη) και το τσιμέντο. Το εργοστάσιο βρισκόταν δίπλα στους παράκτιους λόφους της Ελευσίνας, από τους οποίους γινόταν ευρύτατη εξαγωγή μάργας για την παρασκευή του τσιμέντου. Υπερσύγχρονα ατμοκίνητα μηχανήματα παρείχαν την κινητήρια δύναμη του εργοστασίου, μετέφεραν τα υλικά και επεξεργάζονταν τις πρώτες ύλες. Η Ελευσίνα, η Μάνδρα και τα περίχωρα πρόσφεραν άφθονα και φθηνά εργατικά χέρια.

Μπετόν αρμέ

Το υλικό ήταν σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή και όλες οι κατασκευές βασίζονταν στην πέτρα, το ξύλο και τους πλίνθους. Οι ιδρυτές του «Τιτάνα» πίστευαν ότι υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους από την εισαγωγή ενός νέου υλικού με πολλά πλεονεκτήματα. Το τσιμέντο μπορεί να δημιουργήσει ένα εξαιρετικό, ανθεκτικό και εύπλαστο οικοδομικό υλικό με πρώτες ύλες (νερό, άμμο, χαλίκια) που υπήρχαν διαθέσιμες σε αφθονία στην Ελευσίνα. Η ανάμειξη όλων αυτών των υλικών παράγει σκυρόδεμα (μπετόν), το οποίο μπορεί να συνδυαστεί με χάλυβα για τη δημιουργία οπλισμένου σκυροδέματος (μπετόν αρμέ). Το συγκεκριμένο υλικό επέτρεπε ουσιαστικά σε αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς να σχεδιάζουν κτίρια και κατασκευές χωρίς να περιορίζονται από τις εγγενείς αδυναμίες των παραδοσιακών υλικών.

Κύμα αισιοδοξίας

Η πρόοδος του «Τιτάνα» υπήρξε ταχύτατη. Το εργοστάσιο είχε ιδρυθεί με δυνατότητα παραγωγή 20.000 τόνων ετησίως, γρήγορα όμως η ζήτηση ξεπέρασε κατά πολύ την προσφορά και κατέστη απαραίτητη η επέκταση των εγκαταστάσεων. Μέσα σε μία δεκαετία η εταιρεία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών και η παραγωγή είχε διπλασιαστεί για να καλύψει τις ανάγκες τόσο της εγχώριας αγοράς όσο και των πελατών από την Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο.

Οι ιδιοκτήτες του «Τιτάνα» κατέβαλαν συστηματικές προσπάθειες ώστε να εξοικειωθεί το κοινό με το πρωτοποριακό υλικό του εργοστασίου τους. Μεγαλοπρεπείς οικοδομές στο κέντρο της Αθήνας (όπως το Μέγαρο Γιάνναρου στην πλατεία Συντάγματος και η Οικία Αφεντούλη στην οδό Σταδίου) διαφήμισαν τις δυνατότητες του οπλισμένου σκυροδέματος. Στα πρώτα είκοσι χρόνια λειτουργίας του, ο «Τιτάν» προμήθευσε το σκυρόδεμα για όλα σχεδόν τα μεγάλα τεχνικά έργα που έγιναν με τη χρήση οπλισμένου σκυροδέματος στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Το εργοστάσιο της Ελευσίνας, μάλιστα, είχε μετατραπεί σε προορισμό επιστημονικών εκδρομών, όπως εκείνη που διοργάνωσε στις αρχές του 1906 ο Πολυτεχνικός Σύλλογος με σκοπό να γνωρίσουν τα μέλη του μία εταιρεία που «τιμούσε την ελληνική βιομηχανία» με την παραγωγή ενός «πολύτιμου οικοδομικού υλικού». Το μέλλον φάνταζε λαμπρό και η Ελευσίνα είχε λόγους να περιμένει πολλά οφέλη από μία τόσο δυναμική επιχείρηση.

Βιβλιογραφία

Αγγελόπουλος, Ηλίας. «Τα πρώτα εν Ελλάδι έργα δια σκυροκονιάµατος σιδηροπαγούς συστήµατος Hennebique.» Αρχιμήδης, τομ. 4-5, 1903, σελ. 28-33. Ανώνυμου. «Επιστημονικαί εκδρομαί: Εκδρομή Ε΄-Εις Ελευσίνα. Ελληνικό Εργοστάσιον Σιμέντων της Εταιρείας Χατζηκυριάκου, Ζαχαρίου & Σια.» Αρχιμήδης, 1906, σελ. 22-24. Καλογεράς Ν. & Καλαφάτη Ελένη. «Η ανανέωση της κατασκευής και η σχέση της µε την αρχιτεκτονική µορφή στην Ελλάδα στο τέλος του 19ου και στην αρχή του 20ού αι.» Αρχιτεκτονικά Θέµατα, 24. 1990, σελ. 66-73. Σφυρόερας, Βασίλειος (2005). Ιστορία της Ελευσίνας: Από τη Βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα, Ελευσίνα: Δήμος Ελευσίνας. Χατζηιωάννου, Ιωάννης (1922). Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921: Η χρυσή βίβλος του ελληνισμού, Αθήνα: Εκδ. οίκος Ιωάννου Χρ. Χατζηϊωάννου.

2 σχόλια
    Γράψτε ένα σχόλιο

    Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί. Τα απαιτούμενα πεδία είναι επισημασμένα με *

    Οι ιστορίες της Ελευσίνας στο email σας!


    Εγγραφείτε στο newsletter και διαβάστε τις πριν από όλους.

    Δεν θα γνωστοποιήσουμε ποτέ τα προσωπικά σας στοιχεία σε τρίτους.

    Σχετικά άρθρα


    Έγκλημα και τιμωρία

    Η νύχτα της 2ας Νοεμβρίου 1909 ήταν προχωρημένη αλλά στο οινοπωλείο του Γ. Τσακίρη, στην Ελευσίνα, το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά.

    Ο άγιος των λουτρών

    Η Ελευσίνα άνθισε στα ρωμαϊκά χρόνια, λόγω της δημοφιλίας των Ελευσινίων Μυστηρίων ανάμεσα στους Ρωμαίους, ειδικά τους αυτοκράτορες.

    Προορισμός: Ελευσίνα

    Η αποκάλυψη του ιερού της Δήμητρας μετέτρεψε την Ελευσίνα σε προορισμό παγκοσμίου βεληνεκούς. Καθώς τα παλιά σπίτια του οικισμού κατεδαφίζονταν και τα χώματα που είχαν καλύψει το Τελεστήριο