Οι ρετσινάδες του Θριασίου

Πολλά χρόνια πριν από την άφιξη των πρώτων καμινάδων, η Ελευσίνα ζούσε από τα προϊόντα της γης. Ο τόπος ήταν σε γενικές γραμμές ξηρός και άνυδρος, παρόλα αυτά η πεδιάδα έξω από την κωμόπολη παρέμενε εύφορη και προμήθευε τους κατοίκους με άφθονο σιτάρι, κριθάρι, ελιές και σταφύλια. Μεγάλος πλούτος, όμως, κρυβόταν και στα βουνά που περικλείουν το Θριάσιο Πεδίο. Οι πευκόφυτες πλαγιές του Πατέρα στα δυτικά και βορειοδυτικά, του Κιθαιρώνα στα βόρεια και της Πάρνηθας στα βορειοανατολικά συντηρούσαν τις οικογένειες πολυάριθμων Αρβανιτών ρετσινάδων. 

Ατιε ντι πονιτσιζ ντι κηρίνιε πίσσ-ζ

Το ρετσίνι της Ελευσίνας ήταν προϊόν με μεγάλη ζήτηση και οι Αρβανίτες της περιοχής το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο. Στην Επανάσταση του 1821 το ρετσίνι αποτελούσε απαραίτητο συστατικό των μπουρλότων, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι των χωριών κοντά στο Θριάσιο να στέλνουν μεγάλες ποσότητες στην Ύδρα και στις Σπέτσες. Εξίσου απαραίτητο για τα ιστιοφόρα της εποχής ήταν το κατράμι, που παράγεται από τη θέρμανση δαδερού ξύλου του πεύκου. Το κατάμαυρο παχύρρευστο υλικό που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία ήταν περιζήτητο από τους ναυπηγούς. 

Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες βιομηχανίες, το ρετσίνι μπορούσε να μετατραπεί σε νέφτι (χρήσιμο στην παραγωγή χρωμάτων) και σε κολοφώνιο (συστατικό για μελάνια, κόλλες, βερνίκια, σαπούνια, αναψυκτικά, έμπλαστρα και αλοιφές). Μεγάλες ποσότητες ρετσινιού χρησιμοποιούνταν επίσης για την παραγωγή ρετσίνας (σε αναλογία 19 κιλά ρετσίνι για 500 κιλά μούστου). Αλλά και στα αρβανίτικα σπίτια του Θριασίου χρησιμοποιούσαν πευκόξυλο εμποτισμένο με ρετσίνι (δαδί) για φωτισμό, όπως δηλώνει ο στίχος «Ατιε ντι πονιτσιζ ντι κηρίνιε πίσσ-ζ» (εκεί στην πονίτσα [=εσοχή] δυο κεράκια δαδί).  

Εδώ το καλό το πεύκο

Οι ρετσινάδες έβγαιναν στα δάση στις αρχές Απριλίου. Η δουλειά απαιτούσε αρκετή προετοιμασία, δεδομένου ότι συχνά έπρεπε πρώτα απ’ όλα να ανοίξουν δρόμο προς τα πεύκα που θα εκμεταλλεύονταν εκείνη τη χρονιά. Οι περισσότερες δασικές εκτάσεις ήταν δημόσιες, οπότε τα πεύκα έβγαιναν σε δημοπρασία. Οι έμποροι ή οι βιομήχανοι που πλειοδοτούσαν, νοίκιαζαν στη συνέχεια τα δέντρα στους ρετσινάδες, είτε για ορισμένη ποσότητα προϊόντος (οπότε ο ρετσινάς ήταν ελεύθερος να πουλήσει το υπόλοιπο σε όποια τιμή ήθελε ή μπορούσε) είτε για συγκεκριμένη τιμή (ο ρετσινάς θα λάμβανε σταθερό μεροκάματο ανά ποσότητα ρετσινιού). 

Για μια τιμή τα κάνεις όλα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 η Ελλάδα είχε έσοδα 200 εκατομμυρίων δραχμών από την εξαγωγή προϊόντων με ρετσίνι, αλλά τα 130 εκατομμύρια πήγαιναν στο κράτος και σε μια μικρή ομάδα εμπόρων και βιομηχάνων, ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν σε δεκαπέντε χιλιάδες εργάτες. Οι περισσότεροι ρετσινάδες του Θριασίου ήταν μονίμως χρεωμένοι στους εμπόρους και τους μαγαζάτορες της περιοχής, τουλάχιστον μέχρι την ίδρυση του παραγωγικού συνεταιρισμού ρητινοσυλλεκτών Μάνδρας, ο οποίος έπαιρνε δάνεια από την Αγροτική Τράπεζα, πλειοδοτούσε στους πλειστηριασμούς για τα δημόσια δάση και νοίκιαζε τα πεύκα στους παραγωγούς σε χαμηλές τιμές. 

Μεγάλη βοήθεια πρόσφερε και ο Σύλλογος Ρητινοσυλλεκτών, ο οποίος προσπαθούσε να διαπραγματευτεί καλύτερες τιμές και παρακινούσε τους ρετσινάδες να μην βγουν στο δάσος αν δεν συμφωνήσουν οι έμποροι. Υπάρχουν, μάλιστα πληροφορίες, για μία απεργιακή κινητοποίηση, που οργάνωσε ο Σύλλογος: καθώς οι ρετσινάδες δεν πήγαιναν στα πεύκα, οι έμποροι αποφάσισαν να στείλουν τις δικές τους οικογένειες για να μαζέψουν ρετσίνι, οι εργάτες όμως έστησαν μπλόκο στη γέφυρα της Δεξαμενής και εμπόδισαν τα αυτοκίνητα να αναχωρήσουν. 

Νιε κονάκι με λαμπαρίνα

Η δουλειά στο δάσος δεν ήταν εύκολη. Οι Αρβανίτες ρετσινάδες διάλεγαν τοποθεσίες κοντά σε νερό και προσβάσιμες με τα μεταφορικά μέσα της εποχής (αρχικά αμάξι με άλογα ή μουλάρια, μετέπειτα αμάξια). Εκεί έφτιαχναν τα κονάκια τους (πρόχειρα καταλύματα, συχνά από λαμαρίνα και πλίνθους) με τα στοιχειώδη για τη διαβίωσή τους (ξύλινα ράφια για τα ρούχα, κλαδιά από θάμνους για στρώμα κατάχαμα, φούρνο για το ψήσιμο του ψωμιού). Η τροφή βασιζόταν στις παστές ελιές και μόνη απόλαυση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού ήταν το νερό που φυλούσαν σε δερμάτινα ασκιά. Πολλοί ρετσινάδες γύριζαν από τα βουνά το φθινόπωρο τσακισμένοι και άρρωστοι από τους ελώδεις πυρετούς της περιοχής.

Πόσα καρόκια πεύκα;

Τα βασικά εργαλεία του ρετσινά ήταν το σκεπάρνι και το καρόκι. Με το σκεπάρνι πελεκούσαν τα δέντρα. Υπήρχαν δύο συστήματα: το σοφικίτικο και το κουντουριώτικο. Οι εργάτες που ακολουθούσαν το πρώτο σύστημα άνοιγαν μικρές εντομές στα δέντρα, ενώ το κουντουριώτικο απαιτούσε μεγάλη εντομή για να βγει πολύ ρετσίνι. Η διαφορά δεν ήταν μόνο θέμα προσωπικής προτίμησης, αλλά ήταν συνάρτηση των οικονομικών της παραγωγής ρετσινιού. Οι «σοφικίτες» είχαν συνήθως ιδιόκτητα δάση, οπότε μπορούσαν να πελεκήσουν όσα δέντρα ήθελαν. Οι «κουντουριώτες» νοίκιαζαν τις εκτάσεις που εκμεταλλεύονταν, επομένως έπρεπε να βγάλουν όσο το δυνατόν περισσότερο ρετσίνι από τα πεύκα, ώστε να μην πληρώνουν νοίκι για παραπάνω δέντρα.

Το καρόκι ήταν ένα δοχείο για τη μεταφορά του ρετσινιού (συνήθως χωρούσε σχεδόν 22 κιλά ρετσίνι) και συγχρόνως μονάδα μέτρησης της παραγωγικότητας του πευκοδάσους. Κάθε έκταση έλεγαν ότι είχε «χ καρόκια πεύκα», αλλά ο αριθμός των δέντρων που απαιτούνταν για να γεμίσει ένα καρόκι εξαρτιόταν από την τοποθεσία. Μία εύφορη και καλοποτισμένη έκταση έδινε πολύ ρετσίνι και το καρόκι γέμιζε με 20-25 πεύκα. Τα δέντρα που μεγάλωναν σε ξηρές και βραχώδεις περιοχές έδιναν πολύ λιγότερο ρετσίνι και συνεπώς απαιτούσαν περισσότερη δουλειά από τους εργάτες. 

Οι φύλακες των δασών

Δεδομένου ότι τα πευκοδάση ήταν βασική πηγή εισοδήματος για τις οικογένειές τους, οι ρετσινάδες ήταν πολύ προσεκτικοί κατά την παραμονή τους εκεί και προστάτευαν τα δάση από τις πυρκαγιές. Ο καθαρισμός μονοπατιών και η αφαίρεση των χαμηλών κλαδιών των δέντρων (απαραίτητες εργασίες για τη συλλογή του ρετσινιού) αφαιρούσε επικίνδυνη καύσιμη ύλη από τα δάση και μείωνε τον κίνδυνο φωτιάς (αλλά και την έντασή της όταν αυτή εκδηλωνόταν). Δυστυχώς, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, η φτώχεια αλλά και οι γενικότερες οικονομικές εξελίξεις οδήγησαν το επάγγελμα του ρετσινά στον αφανισμό. Οι νέοι εγκατέλειψαν τα βουνά, οι βιομηχανίες της Ελευσίνας έκλεισαν, τα δάση εξαφανίστηκαν. Όποτε όμως συναντούμε κάποιο πεύκο στις αυλές, τα πάρκα ή τα πεζοδρόμια της πόλης, ας μνημονεύουμε έναν ολόκληρο κόσμο που κάποτε ζούσε στα πευκοδάση του Θριασίου.

Ελευσίνα, Αττική, 1931 // photo credit: Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα
Βιβλιογραφία

Κόλλιας, Νίκος (2009), Ιστορίες και περιστατικά από την ζωή των Κουντουριωτών, Μάνδρα.

Μιχαήλ-Δέδε, Μαρία (1978). Αρβανίτικα τραγούδια, Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Σφυρόερας, Βασίλειος (2005). Ιστορία της Ελευσίνας: Από τη Βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα, Ελευσίνα: Δήμος Ελευσίνας.

5 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Οι ιστορίες της Ελευσίνας στο email σας!


Εγγραφείτε στο newsletter και διαβάστε τις πριν από όλους.

Δεν θα γνωστοποιήσουμε ποτέ τα προσωπικά σας στοιχεία σε τρίτους.

Σχετικά άρθρα


Από τη Δήμητρα στην Παναγία

Με τον ερχομό του χριστιανισμού η Παναγία παρέλαβε από τη Δήμητρα την ευθύνη προστασίας των αγροτών του Θριάσιου Πεδίου. Στις 20 Νοεμβρίου, στο εκκλησάκι της Παναγίας Μεσοσπορίτισσας μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας, θα αναβιώσει το έθιμο της ευλογίας του άρτου, μία μοναδική παράδοση που ελπίζουμε να αναγνωριστεί σύντομα ως στοιχείο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Η απεργία του 1936

Το εργατικό κίνημα της Ελευσίνας χρειάστηκε χρόνια για να συνέλθει από την απεργία του 1929. Όταν όμως επανεμφανίστηκε, την άνοιξη του 1936, κατάφερε να αντιμετωπίσει την πείνα, τους απεργοσπάστες, τον υπουργό Οικονομικών και τα κανόνια του πολεμικού ναυτικού.

Το αρχαίο υδραγωγείο

Η Ελευσίνα κατέχει το ρεκόρ για την υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρώπη. Όταν το θερμόμετρο χτυπάει κόκκινο το νερό αποτελεί την ύψιστη πολυτέλεια και το ρωμαϊκό υδραγωγείο μαρτυρεί τις ακατάπαυστες προσπάθειες αυτοκρατόρων και ντόπιων να εξασφαλίσουν το νερό που χρειάζονται.