Οι εκβολές του Σαρανταπόταμου στον Κόλπο της Ελευσίνας, photo credit: Pros-Eleusis

Ο χαμένος υδροβιότοπος

Το Καλυμπάκι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι γης, στη μέση του οποίου άπλωνε τα νερά του ο Σαρανταπόταμος, το ποτάμι που κυλούσε από τα αρχαία χρόνια στα ανατολικά της Ελευσίνας. Οι πηγές του βρίσκονται στα όρη Πατέρας και Πάστρα και κατά την αρχαιότητα ήταν γνωστός ως Ελευσινιακός Κηφισός. Το ποτάμι ήταν φημισμένο για τις καταστροφικές πλημμύρες που προκαλούσε μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις και οι κάτοικοι του Θριασίου Πεδίου είχαν λάβει μέτρα για την προστασία της περιουσίας τους κατασκευάζοντας αναχώματα κατά μήκος του ποταμού. Στα νεότερα χρόνια οι Λεψινιώτες είχαν δημιουργήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο από τεχνητά κανάλια (γνωστά ως σούδες) για να αρδεύουν τα χωράφια τους.

Καθώς ο Σαρανταπόταμος δεν το είχε σε τίποτα να κατεβάσει μεγάλες ποσότητες νερού και να πλημμυρίσει τα πάντα ολόγυρα, το Καλυμπάκι έμεινε ακατοίκητο και ακαλλιέργητο. Μόνο στα πιο βόρεια τμήματα (μακριά από τη θάλασσα) υπήρχαν κάποιοι λαχανόκηποι, αλλά και αυτοί χάθηκαν με τον καιρό για να αντικατασταθούν από σπίτια και εργοστάσια. 

Ροβόλατα τα γίδια και τα πρόβατα

Η ονομασία «Καλυμπάκι» προέρχεται από την ελληνική λέξη «καλό» και την αρβανίτικη «μπάγκι» που σημαίνει τόπος για πρόβατα και γίδια. Επειδή ακριβώς το ποτάμι κυλούσε πλέον αργά κοντά στις εκβολές του και άπλωνε σε μεγάλη έκταση, η γη ήταν καταπράσινη μεγάλο μέρος του χρόνου και τα ζώα έβρισκαν πλούσια βοσκοτόπια ακόμα και το κατακαλόκαιρο. Κοντά στη θάλασσα και στις όχθες του ποταμού αφθονούσε η υδροχαρής βλάστηση με λυγαριές, καλάμια και ψάθες που σχημάτιζαν πραγματικό δάσος, ιδανικό βιότοπο για θαλασσοπούλια, πάπιες και χήνες.

Αλλά και οι Λεψινιώτες εκμεταλλεύονταν αυτόν τον πλούτο: οι κτηνοτρόφοι έφερναν εδώ τα ζώα τους ενώ άλλοι μάζευαν τα καλάμια για να φτιάχνουν καλάθια και καρέκλες.

Η κακιά λάμια

Το Καλυμπάκι έδινε επίσης την πρώτη ύλη για την κατασκευή τούβλων και κεραμιδιών. Υπήρχαν εκεί κοντά πέντε καμίνια που χρησιμοποιούσαν τον άργιλο από τις όχθες του ποταμού, ενώ άλλες βιομηχανίες έπαιρναν άμμο από την παραλία που βρισκόταν εκατέρωθεν του ποταμού. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των δραστηριοτήτων ήταν να γεμίσει ο τόπος με λακκούβες όπου λίμναζε το νερό και δημιουργούσε έλη στα οποία αφθονούσαν τα κουνούπια. Για την Ελευσίνα της προπολεμικής περιόδου, το Καλυμπάκι ήταν ευχή και κατάρα. Τα αμέτρητα κουνούπια μετέδιδαν στους κατοίκους την ελονοσία, η οποία εξασθενούσε τον οργανισμό και άφηνε τους Λεψινιώτες ευάλωτους στη φυματίωση. Η λαϊκή φαντασία μετέτρεψε το Καλυμπάκι σε βασίλειο μιας κακιάς λάμιας με δόντια που έφταναν το ένα μέτρο και αχόρταγη όρεξη για ανθρώπινο αίμα.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού

Παραδόξως, η αλλοίωση του περιβάλλοντος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε μία απρόσμενη θετική συνέπεια. Οι περισσότερες βιομηχανίες της Ελευσίνας χρησιμοποιούσαν ως καύσιμο ξυλίτη ή λιγνίτη. Τα συγκεκριμένα καύσιμα δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα με διοξείδιο του άνθρακα, καπνό και στάχτη και προκαλούν σοβαρά αναπνευστικά και κυκλοφοριακά προβλήματα σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Έχουν επίσης πολλά κατάλοιπα, τα οποία οι βιομηχανίες μάζευαν και απέρριπταν στο Καλυμπάκι, με αποτέλεσμα να γεμίσουν οι γούβες, να στεγνώσουν τα νερά και να ανέβει η στάθμη του εδάφους. Ο Σαρανταπόταμος δεν μπορούσε πλέον να πλημμυρίσει τις όχθες του και ο παρόχθιος υδροβιότοπος χάθηκε. Μαζί του όμως χάθηκαν και τα κουνούπια!

Η εγκατάλειψη της γης

Πολύ πιο δύσκολο ήταν να λυθεί το πρόβλημα των πλημμυρών. Οι σούδες πρόσφεραν κάποια προστασία, μειώνοντας την ποσότητα και την ταχύτητα με την οποία κατέβαιναν τα νερά του ποταμού προς τη θάλασσα. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, οι σούδες έπεσαν σταδιακά σε αχρηστία. Καθώς οι αγροτικές εκτάσεις γύρω από την πόλη παραδόθηκαν στην οικοδόμηση (είτε κατοικιών είτε εργοστασίων είτε ακόμα και του στρατιωτικού αεροδρομίου στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά), δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να συντηρούνται τα αρδευτικά κανάλια. Το ποτάμι αφέθηκε στην τύχη του και η κοίτη «μπούκωσε» από την αυτοφυή βλάστηση που μεγάλωνε ανενόχλητη. Το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν αλλεπάλληλες καταστρεπτικές πλημμύρες. 

Η δέση

Το 1914 σημειώθηκε μεγάλη πλημμύρα αλλά δεν υπήρχαν ακόμα κατοικίες ή καλλιεργημένα χωράφια στη γύρω περιοχή και δεν παρατηρήθηκαν καταστροφές πέρα από απώλειες σε ζώα που έβοσκαν εκεί. Η κοινότητα Ελευσίνας έδωσε ένα μικρό ποσό για να φτιαχτεί ένα ανάχωμα (που έμεινε γνωστό ως «δέση») και να μετακινηθεί κατά κάποιο τρόπο το ποτάμι πιο ανατολικά, μακριά από την πόλη. Οι κάτοικοι επαναπαύθηκαν, πιστεύοντας ότι είχαν πλέον «δέσει» τον Σαρανταπόταμο. 

Το διπλό κακό

Τον Ιανουάριο του 1928 το ποτάμι φούσκωσε και παρέσυρε όχι μόνο τους στάβλους αλλά και δρόμους και γέφυρες και αγροτικές κατοικίες. Οι Αρχές έβαλαν στην άκρη κάποιο ποσό για να αποκατασταθούν οι ζημιές όταν, τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, το ποτάμι κατέβασε και πάλι απίστευτες ποσότητες νερού. Αυτή τη φορά, όμως, η δέση δεν κατάφερε να αποτρέψει το κακό. Το νερό ακολούθησε την Ιερά Οδό και πλημμύρισε τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Οι κάτοικοι έτρεξαν αλλόφρονες να σωθούν στον λόφο του αρχαιολογικού χώρου, απ’ όπου είδαν την Ελευσίνα να μετατρέπεται σε λίμνη. Τα σπίτια αντανακλούνταν στα καφετιά νερά ενώ η παραλία είχε καλυφθεί από ξύλα, αλέτρια, σαμάρια και κάθε είδους αντικείμενα που παρέσυρε ο Σαρανταπόταμος.

Η μεγάλη πλημμύρα

Το κακό δεν φαινόταν να έχει τέλος. Ο Σαρανταπόταμος πλημμύριζε κάθε τρεις και λίγο ενώ τα όποια αντιπλημμυρικά έργα που γίνονταν ήταν περιορισμένης εμβέλειας και αναποτελεσματικά. Καθώς μάλιστα τα γύρω βουνά έπεφταν θύματα καταστρεπτικών πυρκαγιών, το ποτάμι μάζευε ακόμα περισσότερο νερό και κυλούσε με μεγαλύτερη ορμή. Και φτάνουμε στις 27 Ιανουαρίου 1978, όταν νέα καταστροφική πλημμύρα έπληξε την ευρύτερη περιοχή. Το στρατιωτικό αεροδρόμιο καλύφθηκε από νερά, ο συνοικισμός των Ποντίων πλημμύρισε και οι κάτοικοι σώθηκαν με βάρκες, ενώ η «Χαλυβουργική» απειλήθηκε με σοβαρή καταστροφή εξαιτίας απανωτών βραχυκυκλωμάτων. Το Καλυμπάκι έγινε θάλασσα και η συγκοινωνία στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου διακόπηκε. Χρειάστηκε όμως να περάσουν σχεδόν είκοσι χρόνια προτού (επιτέλους) ολοκληρωθούν τα αντιπλημμυρικά έργα που φαίνεται πως έλυσαν οριστικά (;) το θέμα του Σαρανταπόταμου στην Ελευσίνα.

Βιβλιογραφία

Λιάπης, Βαγγέλης (1997). Η Ελευσίνα στα νεότερα χρόνια (συμπληρωματικά στοιχεία), Ελευσίνα.

Λιάπης, Βαγγέλης (2000). Συνοικίες και γειτονιές της Ελευσίνας, Ελευσίνα.

Λιάπης, Βαγγέλης (2007). Της θάλασσας και της στεριάς, Ελευσίνα: Media Press Χρήστος Καραμπάς.

Μπελαβίλας, Νίκος (2011). Βιομηχανική κληρονομιά στην Ελευσίνα και στο Θριάσιο Πεδίο, Αθήνα: Έκδοση του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς.

Σφυρόερας, Βασίλειος (2005). Ιστορία της Ελευσίνας: Από τη Βυζαντινή περίοδο μέχρι σήμερα, Ελευσίνα: Δήμος Ελευσίνας.

3 comments
  • Όμορφη ιστορία! !Ευχαριστούμε! Πάντα όταν περνάμε από εκεί με γοητεύει αυτή η εκβολη, το τοπίο. Σιγουρα θα ήταν δύσκολη έως και ανυποφορη η ζωή εκεί, με τόσα κουνούπια. ..Τι ομορφιά υπήρχε σε αυτό το πολύπαθο ,κακοποιημένο Θριάσιο πεδίο..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχετικά άρθρα


Η Μεσοσπορίτισσα στην Ελευσίνα

Το δεύτερο απαγορευτικό (ή lockdown) έβαλε στον πάγο πολλά σχέδια, υπάρχουν όμως δύο πράγματα που δεν θα σταματήσουν να μεγαλώνουν όσο καιρό κι αν μείνουμε μέσα: τα μαλλιά μας και τα δημητριακά που σπέρνουν οι γεωργοί. Και για τις μεν τρίχες οι περισσότεροι είμαστε στο έλεος του κατ’ οίκον αυτοσχεδιασμού, για τη σπορά όμως διαθέτουμε […]

Το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας

Τι κοινό έχουν ένας διοπτροφόρος δικτάτορας, ένας βασιλιάς που ανεβοκατέβηκε στον θρόνο τρεις φορές και ένας κρυωμένος αεροπόρος;

Ο Σικελιανός στην Ελευσίνα

Η γη της Ελευσίνας θρέφει ποιητές και οι άνθρωποί της μπορούν να περηφανεύονται ότι έχουν φάει ψωμί και αλάτι με τους σπουδαιότερους από αυτούς. Ο «ιερότατος και καθαυτό Ελευσίνιος» Αισχύλος υπερασπίστηκε την ιδιαίτερη πατρίδα του και ύμνησε τις παραδόσεις της στο ποιητικό του έργο. Δυόμισι χιλιετίες αργότερα ήταν η σειρά ενός άλλου ποιητή, του Άγγελου […]