Οι θεοί δεν κάνουν λάθη. Η πεδιάδα της Ελευσίνας αποτελούσε πηγή πλούτου για τους αρχαίους Αθηναίους. Το χώμα της, ποτισμένο από τον ελευσινιακό Κηφισό, πρόσφερε απλόχερα δημητριακά για τους γεωργούς και χορτάρι για τα ζώα. Υπήρχε χώρος για ελιές και αμπέλια. Οι ψαράδες εξασφάλιζαν τα προς το ζην από τη θάλασσα. Η Δήμητρα γνώριζε καλά τι έκανε όταν αποφάσισε να ευνοήσει τον Τριπτόλεμο, το νεαρό γιο του βασιλιά Κελεού. Ο άνθρωπος που μεγάλωσε σε τέτοιο επίγειο παράδεισο ήταν ο ιδανικός εκπρόσωπος της θεάς της γεωργίας, προκειμένου να διδάξει στους θνητούς τα μυστικά της καλλιέργειας των δημητριακών.
Σήμερα είναι αμφίβολο αν η Δήμητρα θα αναγνώριζε την Ελευσίνα. Η ακτογραμμή έχει μεταμορφωθεί, οι λόφοι έχουν φαγωθεί, τα ποτάμια έχουν εξαφανιστεί. Οι καλλιέργειες έχουν δώσει τη θέση τους σε βαριές βιομηχανίες, οι ελαιώνες έχουν γίνει αστικές ζώνες, η θάλασσα έχει μετατραπεί σε αγκυροβόλιο πετρελαιοφόρων. Είναι φανερό ότι οι Τιτάνες έχουν πάρει την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή και το περιβάλλον της Ελευσίνας έχει πληρώσει ένα βαρύτατο τίμημα.
Δουλειά για όλους
Η άφιξη της βιομηχανίας ήταν μία ευλογία για τον τόπο, τουλάχιστον στα μάτια των κατοίκων του, οι οποίοι υπέφεραν από τη φτώχεια και την ανεργία. Τον 19ο αιώνα οι ελαιουργίες και τα εργοστάσια οίνου και οινοπνευμάτων απορροφούσαν μεγάλο μέρος της τοπικής γεωργικής παραγωγής. Μετά από το τέλος του Εμφυλίου, η εκβιομηχάνιση πρόσφερε σανίδα σωτηρίας σε ανθρώπους που είχαν υποφέρει πολύ στη δεκαετία του πολέμου (1940-1949). Η πόλη βίωσε μία ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της, την οποία συντηρούσε άνετα η ζήτηση για εργατικά χέρια από τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα, σε μία εποχή μάλιστα που η ελληνική ύπαιθρος ερήμωνε και οι νέοι έφευγαν μαζικά για τα εργοστάσια της δυτικής Ευρώπης.
Υποβάθμιση για όλους
Οι θετικές συνέπειες στην οικονομία και την κοινωνική συνοχή της Ελευσίνας αντισταθμίστηκαν από την ανεξέλεγκτη υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Στερεά και υγρά σωματίδια από τις καπνοδόχους των εργοστασίων επικάθονταν σε όλες τις επιφάνειες. Έφραζαν τα στόματα των φύλλων και επηρέαζαν την ικανότητα φωτοσύνθεσης των δέντρων. Αλλοίωναν τη χημική σύσταση του μαρμάρου στον αρχαιολογικό χώρο και κατέστρεφαν τα μνημεία. Μείωναν την ορατότητα, δυσχέραιναν την αναπνοή ανθρώπων και ζώων. Τα βουνά αποψιλώθηκαν ή κατασκάφτηκαν από τα λατομεία. Βιομηχανικά απόβλητα κατέληγαν στα ποτάμια χωρίς καμία επεξεργασία. Η αποσύνθεση των οργανικών απορριμμάτων από τα γαλακτοκομεία, τα οινοπνευματοποιεία και τα σφαγεία μείωνε το οξυγόνο στον Σαρωνικό και οδηγούσε τους θαλάσσιους οργανισμούς σε ασφυξία.
Οι «αντιδραστικοί»
Οι πιο υποψιασμένοι ή ευαισθητοποιημένοι κάτοικοι και διανοούμενοι μπορούσαν να εγείρουν ενστάσεις για την αλόγιστη υποβάθμιση του περιβάλλοντος αλλά αντιμετωπίζονταν ως «αντιδραστικοί». Τα ψηφίσματα του δημοτικού συμβουλίου ενάντια στην καταστροφή του πρασίνου και της πόλης δεν φαίνονταν να συγκινούν την πλειοψηφία του κόσμου. Οι καταγγελίες των αγελαδοτρόφων, μίας αρκετά ισχυρής τοπικής ομάδας, για την αρνητική επίδραση της βιομηχανίας στην υγεία ανθρώπων και αγελάδων δεν προκάλεσαν κάποια θετική αντίδραση εκ μέρους της κυβέρνησης.
Η μπουγάδα της οργής
Βασικός στόχος όλων των παραπόνων τη δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν η τσιμεντοβιομηχανία «Τιτάν». Η εταιρεία είχε καταβροχθίσει τον λόφο, δίπλα στο εργοστάσιο, στον οποίο υψωνόταν μέχρι το 1953 ένας ενετικός πύργος, ενώ η επέκταση των εγκαταστάσεων είχε αποβεί σε βάρος του αρχαίου θεάτρου και τμήματος του τείχους της ακρόπολης.
Τίποτα ωστόσο δεν φαινόταν να απειλεί τη λειτουργία της, μέχρι τη στιγμή που μία νοικοκυρά άπλωσε τη μπουγάδα της για στέγνωμα. Σύμφωνα με τον Ελευσίνιο δικηγόρο Βαγγέλη Λιάπη, η σκόνη άλλαξε το χρώμα των ρούχων και οδήγησε τη γυναίκα στην απόφαση να μηνύσει τον «Τιτάνα». Η νοικοκυρά κέρδισε στο πλημμελειοδικείο, έχασε όμως την έφεση. Εκεί παρουσιάστηκε γιατρός, ο οποίος υποστήριζε πως το τσιμέντο δημιουργεί δίχτυ προστασίας από τις ασθένειες στα πνευμόνια των κατοίκων της Ελευσίνας. Ο δρόμος για τη σωτηρία του περιβάλλοντος ήταν ακόμα μακρύς.